Καταπολέμηση κουνουπιών σε μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα

Η καταπολέμηση των κουνουπιών στα μεγάλα Αστικά Κέντρα

Γιώργος Ιατρού,
Δρ. Βιολόγος, Οικοανάπτυξη

Το αστικό περιβάλλον ως ενδιαίτημα αναπαραγωγής κουνουπιών παρουσιάζει σημαντικές διαφορές από το φυσικό και το αγροτικό περιβάλλον. Οι διαφορές αυτές αντανακλούνται τόσο στη σύνθεση των ειδών (αποκλειστικά ανθρωπόφιλα) όσο και στη δυναμική των πληθυσμών τους που σε μεγάλο βαθμό καθορίζεται από τις υψηλότερες θερμοκρασίες που κατά μέσο όρο επικρατούν στα αστικά περιβάλλοντα, τα μεγαλύτερα τροφικά διαθέσιμα, την έλλειψη διαειδικού ανταγωνισμού (συμπεριλαμβανομένης και της θήρευσης) και τη γενετική απομόνωση. Εύλογο είναι οι παραπάνω παράγοντες να διαφοροποιούν σημαντικά τη στρατηγική ελέγχου των εντόμων αυτών στα αστικά συγκροτήματα.

Α. Σε επίπεδο μελέτης
Η προνυμφοκτονία παραμένει ο βασικός άξονας του έργου και συνεπώς η λεπτομερής χαρτογράφηση των εστιών αναπαραγωγής είναι αυτονόητη. Πρέπει να τονίσουμε, σε αντίθεση με το Φυσικό ή Γεωργικό περιβάλλον, όλες οι εστίες του αστικού περιβάλλοντος είναι σημαντικές στο βαθμό που τα κουνούπια που θα γεννηθούν εκεί θα έχουν σαν στόχο αποκλειστικά και μόνο ανθρώπους που θα βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με τις εστίες αυτές. Επιπλέον η παρακολούθηση των ειδών τόσο σε επίπεδο προνύμφης όσο και σε επίπεδο ακμαίου, θα πρέπει να έχει σαν στόχο όχι μόνο τη μείωση της όχλησης αλλά και την προστασία της Δημόσιας Υγείας. Έτσι, απαραίτητα είναι ειδικά δειγματοληπτικά σχέδια για τον πιθανό εντοπισμό εισαγόμενων ξενικών ειδών που μπορεί να αποτελέσουν απειλή για τη Δημόσια Υγεία όπως το Aedes albopictus.

Β. Σε επίπεδο επιχειρησιακού σχεδιασμού
Στο φυσικό ή αγροτικό σύστημα, το κλειδί μιας επιτυχημένης καταπολέμησης είναι η οργάνωση του έργου στο χώρο. Αντίθετα, στο αστικό περιβάλλον ο χρόνος είναι η βασική παράμετρος που θα καθορίσει το επιχειρησιακό πλάνο της καταπολέμησης. Η διαφορά αυτή έγκειται στο γεγονός ότι στα φυσικά ή αγροτικά συστήματα οι εστίες αναπαραγωγής είναι συνήθως εκ των προτέρων καθορισμένες, εκτεταμένες και η παραγωγικότητα τους σε προνύμφες αναμενόμενη, εξαρτώμενη συνήθως από την λιγότερο ή περισσότερο προβλεπόμενη μεταβολή των περιβαλλοντικών παραγόντων. Αντίθετα, στο αστικό περιβάλλον οι εστίες είναι μικρές, διάσπαρτες και η παραγωγικότητά τους είναι ζητούμενη, εξαρτώμενη κατά βάση από την απρόβλεπτη ανθρώπινη δραστηριότητα. Έτσι, απαιτείται συχνός επιτόπιος έλεγχος και συνεχής επικαιροποίηση του δειγματοληπτικού σχεδίου στο βαθμό που η δημιουργία νέων εστιών αναπαραγωγής κατά τη διάρκεια της περιόδου καταπολέμησης είναι αναμενόμενη. Με δεδομένη τη δυσκολία μετακίνησης στα αστικά συγκροτήματα, τη δυσκολία πρόσβασης στις εστίες αναπαραγωγής και την ανομοιογενή κατανομή των εστιών αναπαραγωγής, η ορθολογική οργάνωση του χρόνου εργασίας είναι καθοριστική.

Γ. Σε επίπεδο εφαρμογής
Η εφαρμογή εντομοκτόνων σκευασμάτων στην πόλη πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη ευαισθησία των κατοίκων των αστικών περιοχών, στη χρήση χημικών σκευασμάτων. Η εφαρμογή πρέπει να γίνεται από εξειδικευμένο προσωπικό, με πρόσθετες ικανότητες επικοινωνίας, στο βαθμό που η συνεχής επαφή με τον κόσμο κατά τη διάρκεια της εργασίας είναι δεδομένη. Η προνυμφοκτονία είναι η μόνη μέθοδος που μπορεί να διασφαλίσει την απαραίτητη «διακριτικότητα» που απαιτείται από την εκτέλεση ενός έργου καταπολέμησης στο αστικό περιβάλλον. Επιπλέον, ελαχιστοποιεί την πιθανότητα να έρθουν σε επαφή οργανισμοί μη στόχοι (άνθρωπος, κατοικίδια ζώα) με χημικά σκευάσματα. Τέλος, η σωστή εφαρμογή της κατάλληλης δοσολογίας καθώς και η εναλλαγή σκευασμάτων είναι καθοριστικής σημασίας, στο βαθμό που τα αστικά κουνούπια είναι ιδιαίτερα επιρρεπή στην ανάπτυξη ανθεκτικότητας. Χαρακτηριστική είναι η ανάπτυξη ανθεκτικότητας ειδών του γένους Culex στο βιολογικό σκεύασμα Bacillus sphaericus μετά από δέκα χρόνια χρήσης στη νότια Γαλλία.

Δ. Σε επίπεδο επιθυμητού αποτελέσματος
Βασικός στόχος ενός προγράμματος καταπολέμησης κουνουπιών από το πρώτο έτος εφαρμογής του είναι η επίτευξη μιας σημαντικής μείωσης της όχλησης, αισθητής από όλους τους κατοίκους, τους οποίους το πρόγραμμα προτίθεται να προστατέψει. Οι τελευταίοι θα είναι και οι κριτές της επιτυχίας του προγράμματος. Χαρακτηριστικό του αστικού χώρου είναι τα σχετικά χαμηλά επίπεδα ανοχής του κόσμου στην όχληση, τα οποία όμως μπορούν να ποικίλλουν σημαντικά ανάλογα με τις κατά τόπους διαφοροποιήσεις του βιοτικού επιπέδου, την προηγούμενη εμπειρία κ.ά. Είναι αναμενόμενη με άλλα λόγια, στον αστικό χώρο μια μεγάλη ετερογένεια στην «αντίληψη» του επιθυμητού αποτελέσματος, η οποία μπορεί να έχει αρνητικά αποτελέσματα στην αποδοχή του προγράμματος και επακόλουθες επιπτώσεις στη βιωσιμότητά του. Με βάση τα παραπάνω, στον αστικό χώρο ο αρχικός εντοπισμός περιοχών, και κοινωνικών ομάδων στόχων και η ιεράρχηση προτεραιοτήτων είναι καθοριστικός παράγοντας για την επιτυχία του προγράμματος στα πρώτα βήματα της εφαρμογής του.

Ε. Σε επίπεδο επικοινωνίας – ενημέρωσης
Στο αστικό περιβάλλον, η ενημέρωση του κόσμου για τις παραμέτρους και τους στόχους ενός προγράμματος καταπολέμησης κουνουπιών είναι αναπόσπαστο στοιχείο του. Στις πόλεις η συνεισφορά του κόσμου στην καταπολέμηση, μπορεί να είναι σημαντική, δεδομένου ότι υπάρχουν αναρίθμητοι χώροι που μπορούν να μετατραπούν σε εστίες αναπαραγωγής κουνουπιών: πλημμυρισμένα υπόγεια, ανοιχτές δεξαμενές και δοχεία κάθε τύπου, διαρροές νερού ή ανοιχτά φρεάτια σε εσωτερικές αυλές κλπ. Οι εστίες αυτές είναι απρόβλεπτες και είναι αδύνατον να χαρτογραφηθούν στο βαθμό που βρίσκονται στην πλειοψηφία τους σε ιδιωτικούς χώρους, που τα συνεργεία του φορέα υλοποίησης του προγράμματος δεν έχουν πρόσβαση. Το πρόβλημα λύνεται μόνο με τη συνεχή ενημέρωση των κατοίκων μέσω ραδιοφωνικών – τηλεοπτικών spot και φυλλαδίων με στόχο την αποτροπή δημιουργίας εστιών στο στενό ιδιωτικό τους περιβάλλον. Χρήσιμη είναι επίσης και η εγκατάσταση δωρεάν τηλεφωνικής γραμμής επικοινωνίας του κοινού με το φορέα υλοποίησης του έργου, μέσα από την οποία ο κόσμος μπορεί να ενημερώνεται για τρόπους περιορισμού εστιών, μέσα ατομικής προστασίας κλπ, αλλά και να ενημερώνει το φορέα υλοποίησης για τυχόν εξάρσεις της όχλησης. Όλα τα παραπάνω αφορούν ένα πρόγραμμα καταπολέμησης κουνουπιών που έχει στόχο τη μείωση της όχλησης και την πρόληψη για λόγους Δημόσιας Υγείας, ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι πιθανότητες μετάδοσης μολυσματικών ασθενειών μέσω των εντόμων αυτών. Ιστορικά οι βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών λόγω πολιτικών ανακατατάξεων, πολέμων, λοιμών κλπ είχαν πάντα σαν παράπλευρες συνέπειες την εμφάνιση επιδημιών ιδίως στις περιοχές συνωστισμού των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων. Η σημερινή βέβαια συγκυρία απέχει σημαντικά από τις εποχές που η ελονοσία και η πανούκλα καθόριζαν τη δημογραφία της Ευρώπης. Ιδίως κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα παράγοντες που συνέτειναν σ’ αυτό ήταν:

•    η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και των συνθηκών υγιεινής στο σύγχρονο Δυτικό κόσμο
•    η ευρεία χρήση του DDT και άλλων εντομοκτόνων
•    η γεωπολιτική σταθερότητα που επιτεύχθηκε μετά το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου

Υπάρχουν όμως σήμερα δεδομένα που συνηγορούν στο ότι μεγάλα αστικά συγκροτήματα μπορούν όπως και στο παρελθόν να αποτελέσουν κέντρα εξάπλωσης μολυσματικών ασθενειών. Μάλιστα περιπτώσεις όπως το Βουκουρέστι, η Ν. Υόρκη, η Ρώμη, το Τελ Αβίβ και η Κωνσταντινούπολη, υποδηλώνουν πως τα κουνούπια θα παίξουν σημαντικό ρόλο στην πορεία αυτή. Οι σύγχρονες μεγαλουπόλεις αποτελούν χώρους σταθερής εισροής πρώτων υλών, υλικών και ενέργειας από όλες τις γωνιές του πλανήτη. Αποτελώντας κέντρα δικτύων μεταφορών, αποτελούν ταυτόχρονα κέντρα εισαγωγής και εξαγωγής νέου «βιολογικού υλικού» με τη μορφή οργανισμών όπως τα κουνούπια που εύκολα και γρήγορα μπορούν να μεταναστεύσουν σε τεράστιες αποστάσεις ακολουθώντας τις δραστηριότητες του ανθρώπου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εγκατάσταση του Aedes albopictus στην Ευρώπη μέσω της εμπορίας μεταχειρισμένων ελαστικών από την Ανατολή. Επιπλέον η σταθερή εισροή πρώτων υλών και ενέργειας, δημιουργεί ένα ευνοϊκότατο περιβάλλον για την ανάπτυξη ευκαιριακών οργανισμών όπως τα έντομα αυτά (σταθερά τροφικά διαθέσιμα και νερό, σταθερότερη και υψηλότερη θερμοκρασία από το φυσικό περιβάλλον και μάλιστα κάτω από συνθήκες έλλειψης διαειδικού ανταγωνισμού και θήρευσης). Το περιβάλλον αυτό φαίνεται να ευνοείται επιπρόσθετα και από την πρόσφατη αναθέρμανση του κλίματος που επιμηκύνει τη διάρκεια δραστηριότητάς τους.

Από την άλλη πλευρά, οι μολυσματικοί παράγοντες ενδημούν στο φυσικό περιβάλλον σε οργανισμούς όπως τα πουλιά ή τα τρωκτικά, χωρίς να σκοτώνουν τους φορείς τους αποτελώντας απομονωμένους θύλακες ανακύκλωσης ασθενειών. Στο φυσικό περιβάλλον όμως αναδραστικοί μηχανισμοί πληθυσμιακής ρύθμισης αποτρέπουν συνήθως την εκδήλωση και εξάπλωση επιδημιών στις ανθρώπινες κοινωνίες. Όμως η συνεχής συρρίκνωση του φυσικού περιβάλλοντος, ο περιορισμός των υγροτόπων και η αύξηση του νερού ύδρευσης (αστικό νερό) σε σχέση με αυτό της άρδευσης, οδηγεί πολλούς από τους οργανισμούς – φορείς στο ευνοϊκό περιβάλλον της πόλης για εξεύρεση τροφής, νερού και καταφυγίου. Χαρακτηριστική είναι η εμφάνιση του ιού του Δυτικού Νείλου στην Ελλάδα από το 2010. Επιπλέον οι πρόσφατες γεωπολιτικές ανακατατάξεις πυροδότησαν ανεξέλεγκτες μετακινήσεις οικονομικών μεταναστών από χώρες όπου ενδημούν μολυσματικές ασθένειες. Η εκδήλωση μιας επιδημίας είναι θέμα σύμπτωσης μιας σειράς ευνοϊκών βιολογικών, οικολογικών και κοινωνικών παραγόντων, για τους μολυσματικούς παράγοντες και τους φορείς τους. Το άρθρο αυτό έχει στόχο να δείξει ότι στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις οι πιθανότητες σύμπτωσης των παραγόντων αυτών δεν είναι αμελητέες. Η εμπειρία όμως για την αποφυγή της σύμπτωσης αυτής, υπάρχει τόσο σε επιστημονικό όσο και σε επιχειρησιακό και τεχνικό επίπεδο.